Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
 
   
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


TO ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΟ! : QUIZ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ - ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ - ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ - ΑΛΗΘΕΙΟΜΕΤΡΟ - ΤΑΙΝΙΑ - DOWNLOADS

 

ΜΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΜΕ ΚΑΚΗ ΠΡΟΘΕΣΗ ΥΠΕΡΤΕΡΕΙ ΑΠ' ΟΛΑ ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΣΚΑΡΦΙΣΤΕΙΣ. 
ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΜΠΛΕΪΚ 

Η 'Αμα ανηφόριζε το μονοπάτι προς τη σπηλιά, με ψωμί και γάλα στο δισάκι της και την καρδιά της βαριά από την ανησυχία. Τη σκέψη της απασχολούσε συνέχεια η μορφή του κοιμισμένου κοριτσιού, ενώ το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς για να βρει κάποιον τρόπο να φτάσει ως αυτό.Στάθηκε μπροστά στο βράχο όπου η γυναίκα τής είχε πει ν' αφήνει το φαγητό. Το ακούμπησε εκεί, αλλά στη συνέχεια δε γύρισε αμέσως στο σπίτι της, όπως είχε κάνει τις προηγούμενες φορές. Σκαρφάλωσε λίγο ψηλότερα, πάνω από τη σπηλιά, περνώντας μέσα από τα πυκνά ροδόδεντρα, και συνέχισε να σκαρφαλώνει ακόμα ψηλότερα, ως εκεί που τα δέντρα αραίωναν και άρχιζαν τα ουράνια τόξα.Από το σημείο εκείνο και μετά ξεκίνησε να παίζει ένα παιχνίδι με το δαιμόνιό της. Σκαρφάλωναν όλο και ψηλότερα, πάνω από τις προεξοχές των βράχων και από τους μικρούς καταρράκτες με τα πράσινα νερά, και καθώς περνούσαν μέσα από τις δίνες τους και κατευθύνονταν προς το χρωματικό φάσμα που σχημάτιζαν με όλα τα χρώματα της ίριδας οι νεροσταγόνες, τα μαλλιά και τα ματοτσίνορα της 'Αμα και η γούνα του σκίουρου δαιμονίου της σκεπάζονταν από εκατομμύρια μικροσκοπικά μαργαριτάρια δροσιάς. Ο κανόνας του παιχνιδιού ήταν να φτάσεις ως την κορυφή χωρίς να σκουπίσεις ούτε μια φορά τα μάτια σου, παρά την έντονη επιθυμία να το κάνεις. Σε λίγο το φως του ήλιου άρχισε να στραφταλίζει και να διαθλάται σε κόκκινες, κίτρινες, πράσινες, γαλάζιες ανταύγειες και στις ενδιάμεσες αποχρώσεις τους, αλλά η 'Αμα δεν έπρεπε σε καμιά περίπτωση να σκουπίσει τα μάτια της για να δει καλύτερα ώσπου να φτάσει στην κορυφή, αλλιώς θα έχανε.Ο Κούλανγκ, το δαιμόνιό της, τινάχτηκε ως το βράχο στην άκρη του πιο ψηλού καταρράκτη και η 'Αμα ήξερε καλά πως θα γύριζε αμέσως για να σιγουρευτεί ότι δεν είχε σκουπίσει τα ματοτσίνορά της για να διώξει τις σταγόνες που θάμπωναν τα μάτια της - όμως ο Κούλανγκ τούτη τη φορά δεν έκανε αυτό που περίμενε η 'Αμα.Αντίθετα έμεινε εκεί, γερά γαντζωμένος στο βράχο, με καρφωμένο το βλέμμα του σε κάτι που υπήρχε μπροστά του.Η 'Αμα βρήκε τότε την ευκαιρία να σκουπίσει τα μάτια της, γιατί το παιχνίδι είχε ακυρωθεί από μόνο του, εξαιτίας της μεγάλης έκπληξης που είχε νιώσει το δαιμόνιό της. Καθώς ανασηκωνόταν κι εκείνη για να κοιτάξει πάνω από το χείλος του βράχου, της κόπηκε η ανάσα και έμεινε ακίνητη εκεί όπου βρισκόταν, γιατί από ψηλά την κοίταζε ένα πλάσμα που πρώτη φορά στη ζωή της έβλεπε: μία αρκούδα, μια πελώρια, τρομερή στην όψη αρκούδα, τέσσερις φορές μεγαλύτερη σε μέγεθος από τις καφετιές αρκούδες του δάσους. Η γούνα της είχε μια φιλντισένια λευκότητα και ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα μαύρα μάτια και τη μύτη της, κι όσο για τα νύχια της, ήταν μακριά και μυτερά σαν στιλέτα. Στεκόταν μόλις λίγα μέτρα μακριά τους. Η 'Αμα μπορούσε να ξεχωρίσει ακόμα και την πιο μικρή τριχούλα στο κεφάλι της."Ποια είναι αυτή;" άκουσε μιαν αγορίστικη φωνή να ρωτάει, κι ενώ δεν μπορούσε να καταλάβει τα λόγια, έπιασε αρκετά εύκολα το νόημά τους.Ύστερα από λίγο ένα αγόρι παρουσιάστηκε πλάι στην αρκούδα: ένα αγόρι με αγριεμένη όψη, βλέμμα σκυθρωπό και προτεταμένο σαγόνι. Και τι δαιμόνιο ήταν αυτό πλάι του με τη μορφή πουλιού; Μα τι παράξενο πουλί που ήταν: δεν έμοιαζε διόλου με τα πουλιά που ήξερε η 'Αμα. Το πουλί πέταξε προς το μέρος του Κούλανγκ και του είπε κοφτά: "Φίλοι. Δε θα σας κάνουμε κακό".Η μεγάλη λευκή αρκούδα δεν είχε σαλέψει καθόλου ως εκείνη τη στιγμή."Ανέβα πάνω", είπε το αγόρι και για ακόμα μια φορά το δαιμόνιό της ήταν που κατάλαβε για λογαριασμό της ό,τι ειπώθηκε.Η 'Αμα, κοιτάζοντας την αρκούδα με όλο το δέος των πανάρχαιων δεισιδαιμονιών της φυλής της, σκαρφάλωσε πλάι στο μικρό καταρράκτη και στάθηκε ντροπαλά πάνω στα βράχια. Ο Κούλανγκ έγινε πεταλούδα και πήγε και κάθισε για λίγο πάνω στο μάγουλό της, μα πέταξε γρήγορα από κει γυροφέρνοντας το άλλο δαιμόνιο, που καθόταν ήσυχα πάνω στο χέρι του αγοριού."Γουίλ", είπε το αγόρι δείχνοντας τον εαυτό του και η κοπελίτσα απάντησε "'Αμα". Καθώς μπορούσε να τους δει καλύτερα, ένιωθε περισσότερο φόβο για το αγόρι παρά για την αρκούδα, γιατί το αγόρι είχε μια τρομερή πληγή στο χέρι του: του έλειπαν δυο δάχτυλα. Της ήρθε ζάλη όταν το πρωταντίκρισε.Η αρκούδα γύρισε και απομακρύνθηκε προς το ποτάμι που κυλούσε αφρίζοντας σαν γάλα και έπεσε στο νερό, λες και ήθελε να δροσιστεί. Το δαιμόνιο του αγοριού πέταξε στον αέρα, φτεροκοπώντας μαζί με τον Κούλανγκ ανάμεσα στα ουράνια τόξα, και άρχισαν σιγά σιγά να καταλαβαίνουν το ένα το άλλο.Και τι ανακάλυψαν; Ότι έψαχναν το ίδιο πράγμα: μια σπηλιά μ' ένα κοιμισμένο κορίτσι.Η απάντηση βγήκε ασυγκράτητη από τα χείλη της κοπέλας: "Εγώ ξέρω πού είναι! Και την κρατάει κοιμισμένη μια γυναίκα που λέει πως είναι μητέρα της, αλλά καμιά μητέρα δε θα ήταν τόσο απάνθρωπη, έτσι δεν είναι; Την αναγκάζει και πίνει κάτι που την κρατάει κοιμισμένη, αλλά εγώ έχω κάποια βότανα που μπορούν να την ξυπνήσουν, φτάνει μόνο να μπορέσω να πάω κοντά της!"
Ο Γουίλ κουνούσε απλώς το κεφάλι του και περίμενε τον Βαλθάμο να του μεταφράσει τα λόγια. Του πήρε παραπάνω από ένα λεπτό να το κάνει."Γιόρεκ", φώναξε και η αρκούδα άρχισε να περπατάει βαριά στην κοίτη του ποταμού, κάνοντας αρκετό θόρυβο, ενώ παράλληλα γλειφόταν γιατί μόλις είχε καταβροχθίσει ένα ψάρι. "Γιόρεκ", του είπε ο Γουίλ, "αυτό εδώ το κορίτσι λέει ότι ξέρει πού είναι η Λύρα. Θα πάω μαζί της να ρίξω μια ματιά, εσύ όμως μείνε εδώ και πρόσεχε".Ο Γιόρεκ Μπάρνισον, καθισμένος μέσα στο νερό, του έγνεψε σιωπηλά. Ο Γουίλ έκρυψε κάπου το σακίδιό του και στερέωσε στη μέση του το μαχαίρι, πριν αρχίσει να κατεβαίνει μέσα από τα ουράνια τόξα μαζί με την 'Αμα. Ήταν αναγκασμένος να σκουπίζει κάθε τόσο τα μάτια του για να διακρίνει μέσα από τη θολούρα τα σημεία που ήταν πιο ασφαλή για να πατήσει το πόδι του. Η ομίχλη που γέμιζε την ατμόσφαιρα κουβαλούσε μια παγωνιά που του περόνιαζε τα κόκαλα.Όταν έφτασαν κάτω, στο σημείο ακριβώς όπου έπεφταν οι καταρράκτες, η 'Αμα του τόνισε πως έπρεπε να προχωρούν προσεκτικά από εκεί και πέρα και να μην κάνουν καθόλου θόρυβο. Ο Γουίλ βάδιζε πίσω της κατηφορίζοντας την πλαγιά, ανάμεσα σε βράχους γεμάτους μούσκλια και μεγάλους, ροζιασμένους κορμούς πεύκων, που χόρευε πάνω τους το φως, γεμίζοντάς τους με έντονα πράσινες πιτσίλες^ γύρω τους ένα δισεκατομμύριο μικροσκοπικά έντομα κινούνταν στο έδαφος και βούιζαν ασταμάτητα. Κατηφόριζαν όλο και περισσότερο και το φως του ήλιου τούς ακολουθούσε ακόμα, βαθιά μες στην κοιλάδα, ενώ πάνω ψηλά από τα κεφάλια τους σάλευαν χωρίς σταματημό τα κλαδιά των δέντρων που είχαν φόντο το φωτεινό ουρανό.Κάποια στιγμή η 'Αμα σταμάτησε. Ο Γουίλ κρύφτηκε πίσω από το χοντρό κορμό ενός κέδρου και κοίταξε προς τα κει που του έδειχνε. Μέσα από αδιαπέραστα πυκνά φύλλα και κλαδιά, κατάφερε να ξεχωρίσει έναν απότομο βράχο που ορθωνόταν στα δεξιά τους."Η κυρία Κάλτερ", ψιθύρισε ο Γουίλ και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά.Η γυναίκα είχε παρουσιαστεί ξαφνικά πίσω από το βράχο και τίναξε ένα κλαδί με πυκνό φύλλωμα, πριν το πετάξει. Να είχε σκουπίσει τάχα το πάτωμα μ' αυτό; Τα μανίκια της ήταν ανασκουμπωμένα και τα μαλλιά της δεμένα ψηλά μ' ένα φακιόλι. Ποτέ του ο Γουίλ δε θα μπορούσε να τη φανταστεί να ασχολείται με το νοικοκυριό ενός σπιτιού.Τότε, σαν χρυσαφένια αστραπή, ο μοχθηρός πίθηκος πήδηξε πάνω στον ώμο της. Μα σαν να υποπτεύτηκαν και οι δυο τους κάτι, κοίταξαν γύρω τους και ξαφνικά η κυρία Κάλτερ έχασε εντελώς το ύφος της απλής νοικοκυρούλας που είχε.Η 'Αμα βιάστηκε να του ψιθυρίσει κάτι. Φοβόταν το χρυσό εκείνο δαιμόνιο-πίθηκο, που του άρεσε να ξεριζώνει τα φτερά από τις νυχτερίδες ενώ ήταν ακόμα ζωντανές."Είναι κανείς άλλος μαζί της;" ρώτησε την 'Αμα ο Γουίλ. "Τίποτα στρατιώτες ή κάτι τέτοιο;"
Η 'Αμα δεν ήξερε. Ποτέ της δεν είχε δει στρατιώτες, αλλά οι συγχωριανοί της μιλούσαν συχνά για κάτι παράξενους και συνάμα τρομερούς ανθρώπους ή, ίσως, ήταν καλύτερα να τα ονόμαζε φαντάσματα, που τα έβλεπαν να περνοδιαβαίνουν τα βουνά τη νύχτα… Μα στα βουνά πάντα υπήρχαν φαντάσματα, όλοι το ήξεραν αυτό. Έτσι, λοιπόν, μπορεί και να μην είχαν καμιά σχέση με τη γυναίκα.Ε, τότε, έκανε από μέσα του ο Γουίλ, αν η Λύρα είναι στη σπηλιά και η κυρία Κάλτερ δεν το κουνάει ρούπι από κει, πρέπει να πάω εγώ να της κάνω επίσκεψη."Τι είναι αυτό το φάρμακο; Πώς πρέπει να το χρησιμοποιήσεις για να την ξυπνήσεις;" ρώτησε την 'Αμα.Η 'Αμα του εξήγησε."Και πού είναι τώρα;"
"Στο σπίτι μου", του είπε. "Καλά φυλαγμένο"."Εντάξει. Περίμενε εδώ και μην πλησιάσεις καθόλου. Όταν τη δεις, δεν πρέπει να της πεις ότι με ξέρεις. Ποτέ δε μ' έχεις δει, ούτε εμένα ούτε την αρκούδα. Σε πόση ώρα θα της ξαναφέρεις φαγητό;"
"Μισή ώρα πριν από το ηλιοβασίλεμα", απάντησε το δαιμόνιο της 'Αμα."Τότε να φέρεις μαζί σου και το φάρμακο", της είπε ο Γουίλ. "Θα σε συναντήσω εδώ".Η 'Αμα παρακολουθούσε με μεγάλη ανησυχία καθώς το αγόρι ξεκινούσε ακολουθώντας το μονοπάτι. Ήταν σίγουρη πως δεν είχε πιστέψει ούτε λέξη απ' όσα του είχε πει πριν από λίγο για το δαιμόνιο-πίθηκο, διαφορετικά δε θα ανηφόριζε τόσο απερίσκεπτα προς τη σπηλιά.Η αλήθεια είναι ότι ο Γουίλ ένιωθε μεγάλη νευρικότητα. Όλες του οι αισθήσεις βρίσκονταν σε επιφυλακή, ώστε δεν του ξέφευγε ούτε το πιο ανεπαίσθητο πέταγμα εντόμου στις αχτίδες του ήλιου, ούτε το πιο αχνό θρόισμα φύλλου, ούτε η πιο δυσδιάκριτη κίνηση στα σύννεφα ψηλά, κι ας μην άφηναν τα μάτια του ούτε στιγμή το άνοιγμα της σπηλιάς."Βαλθάμο", ψιθύρισε και το δαιμόνιο-άγγελος πέταξε στον ώμο του με τη μορφή ενός μικροσκοπικού πουλιού, με λαμπερά μάτια και κόκκινα φτερά. "Να είσαι συνέχεια κοντά μου και φρόντισε να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα σ' εκείνον τον πίθηκο"."Κοίτα λοιπόν στα δεξιά σου", του είπε λακωνικά ο Βαλθάμος.Ο Γουίλ γύρισε και αντίκρισε ένα χρυσαφένιο φως στην είσοδο της σπηλιάς, που είχε πρόσωπο και μάτια και τους κοίταζε. Δεν ήταν περισσότερο από είκοσι βήματα μακριά τους. Ο Γουίλ κοκάλωσε από την έκπληξη και ο χρυσός πίθηκος γύρισε το κεφάλι του προς τη σπηλιά, είπε κάτι και στράφηκε ξανά προς το μέρος τους.Ο Γουίλ άδραξε τη λαβή του μαχαιριού του και προχώρησε.Όταν έφτασε στη σπηλιά, η γυναίκα τον περίμενε ήδη.Καθόταν με άνεση στη μικρή καρέκλα από μουσαμά, μ' ένα βιβλίο στα γόνατά της, κοιτάζοντάς τον ήρεμα. Φορούσε χακί ταξιδιωτικά ρούχα, μα ήταν τόσο καλοραμμένα και τόσο κομψά, ώστε έδειχναν πανάκριβα, ενώ το μικρό κλωνί με τα κόκκινα ανθάκια που είχε καρφιτσώσει στο μπούστο της φάνταζε σαν πολύτιμο κόσμημα. Τα μαλλιά της έλαμπαν και τα σκούρα μάτια της είχαν μια περίεργη λάμψη, τα γυμνά της πόδια φάνταζαν χρυσά στο φως του ήλιου.Του χαμογέλασε. Ο Γουίλ σχεδόν κόντεψε να της χαμογελάσει κι αυτός, σαν απάντηση στο χαμόγελό της, γιατί ήταν άμαθος, λόγω ηλικίας, στη γλυκύτητα και στην ευγένεια που μπορούσε μια γυναίκα να βάλει μέσα σ' ένα χαμόγελο, κι αυτό τον έκανε να νιώσει άβολα."Γουίλ", του είπε μ' εκείνη τη σιγανή, μεθυστική φωνή της."Πώς ξέρετε τ' όνομά μου;" τη ρώτησε τραχιά το αγόρι."Το λέει η Λύρα στον ύπνο της"."Πού είναι τώρα;"
"Ασφαλής"."Θέλω να τη δω"."Έλα λοιπόν", είπε η γυναίκα και σηκώθηκε όρθια, πετώντας το βιβλίο πάνω στο κάθισμα.Για πρώτη φορά από τη στιγμή που την αντίκρισε, ο Γουίλ γύρισε αλλού τα μάτια του και κοίταξε το δαιμόνιο-πίθηκο. Είχε γούνα μακριά και στιλπνή και η κάθε τρίχα, πολύ λεπτότερη από την ανθρώπινη, φάνταζε καμωμένη από καθαρό χρυσάφι· το πρόσωπό του ήταν μικροσκοπικό και τα χέρια του μαύρα. Ο Γουίλ είχε δει για τελευταία φορά αυτό το πρόσωπο παραμορφωμένο από το μίσος, τη βραδιά που αυτός και η Λύρα έκλεψαν το αληθειόμετρο από τον σερ Τσαρλς Λάτρομ στο σπίτι του, στην Οξφόρδη. Ο πίθηκος είχε προσπαθήσει τότε να τον ξεσκίσει με τα δόντια του και ο Γουίλ είχε αρχίσει να χτυπάει τον αέρα δεξιά κι αριστερά με το μαχαίρι του, αναγκάζοντας το δαιμόνιο να οπισθοχωρήσει, κι έτσι μπόρεσε να κλείσει το παράθυρο που είχε ανοίξει και να τους αποκλείσει σ' ένα διαφορετικό κόσμο. Ο Γουίλ σκέφτηκε πως τίποτα πια δε θα μπορούσε να τον κάνει να γυρίσει την πλάτη σ' αυτόν τον πίθηκο.Μα ο Βαλθάμος, με τη μορφή πουλιού, τον παρακολουθούσε άγρυπνα καθώς διάβαινε την είσοδο και περπατούσε προσεκτικά μέσα στη σπηλιά, ακολουθώντας την κυρία Κάλτερ προς τη μικρόσωμη σιλουέτα που κειτόταν ασάλευτη μες στις σκιές.Εκεί βρισκόταν η λατρευτή του φίλη, κοιμισμένη. Πόσο μικρούλα έδειχνε! Κατάπληκτος αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν όλη η δύναμη και η φλόγα που χαρακτήριζαν τη Λύρα όταν ήταν ξύπνια να την έκαναν να δείχνει τόσο εύθραυστη και λεπτεπίλεπτη στον ύπνο της. Στο λαιμό της, με τη μορφή νυφίτσας, ήταν ξαπλωμένος ο Πανταλεήμων, το δαιμόνιό της με τη γυαλιστερή γούνα^ τα μαλλιά της Λύρας ήταν ανακατωμένα και έπεφταν ιδρωμένα στο μέτωπό της.Γονάτισε πλάι της και της παραμέρισε τα μαλλιά από το μέτωπο. Το πρόσωπό της έκαιγε. Με την άκρη του ματιού του ο Γουίλ είδε το χρυσό πίθηκο να συσπειρώνεται για να του ορμήσει και έφερε το χέρι του στο μαχαίρι, μα η κυρία Κάλτερ έγνεψε ανεπαίσθητα στο δαιμόνιό της και ο πίθηκος ηρέμησε.Δίχως να το δείχνει, ο Γουίλ απομνημόνευε με κάθε λεπτομέρεια τη σπηλιά: το σχήμα και το μέγεθος κάθε βράχου, την κλίση του πατώματος, το ακριβές ύψος της οροφής πάνω από την κοιμισμένη κοπελίτσα. Θα αναγκαζόταν να βρει το δρόμο του στα σκοτεινά την άλλη φορά και ήταν η μοναδική ευκαιρία να δει τη σπηλιά και να την αποτυπώσει καλά στο μυαλό του."Όπως βλέπεις, Γουίλ, είναι απολύτως ασφαλής", του είπε η κυρία Κάλτερ."Γιατί όμως την κρατάτε εδώ; Και γιατί δεν την αφήνετε να ξυπνήσει;"
"Ας καθίσουμε".Δεν πήγε να καθίσει στο κάθισμά της, μα προτίμησε να ακολουθήσει το αγόρι στα σκεπασμένα με μούσκλια βράχια στην είσοδο της σπηλιάς. Φαινόταν τόσο ευγενική και υπήρχε τόση θλίψη στη σοφία των ματιών της, ώστε έκανε ακόμα πιο έντονη τη δυσπιστία του Γουίλ. Το αγόρι διαισθανόταν ότι κάθε κουβέντα της ήταν ένα ψέμα, κάθε χειρονομία της έκρυβε μιαν απειλή και κάθε χαμόγελό της ήταν μια μάσκα απάτης. Οπότε, έπρεπε να την εξαπατήσει κι αυτός με τη σειρά του: έπρεπε να την κάνει να πιστέψει ότι ήταν ακίνδυνος. Μέχρι τότε είχε εξαπατήσει με επιτυχία κάθε δάσκαλο, κάθε αστυνομικό, κάθε κοινωνικό λειτουργό και κάθε γείτονα που έδειξε έστω και για μια στιγμή κάποιο ενδιαφέρον για το άτομό του ή για το σπίτι του· γι' αυτή την περίπτωση προετοιμαζόταν όλη του τη ζωή.Ωραία, έκανε από μέσα του. Θα σε κανονίσω εγώ."Θα ήθελες κάτι να πιεις;" τον ρώτησε η κυρία Κάλτερ. "Θα πιω κι εγώ από το ίδιο… Μη φοβάσαι. Κοίτα".Έκοψε ένα καφετί πράμα που έμοιαζε με ζαρωμένο φρούτο και έστυψε το σκουρόχρωμο χυμό του μέσα σε δυο μικρά ποτήρια. Ήπιε από το ένα και πρόσφερε το άλλο στον Γουίλ, που ήπιε κι αυτός και το βρήκε φρέσκο και γλυκό."Πώς κατάφερες να φτάσεις μέχρι εδώ;" τον ρώτησε."Δεν ήταν δύσκολο να σας ακολουθήσω"."Προφανώς. Έχεις πάρει το αληθειόμετρο της Λύρας;"
"Μάλιστα", είπε το αγόρι και την άφησε να μαντέψει αν ήταν σε θέση να το διαβάζει ή όχι."Και, απ' ό,τι αντιλαμβάνομαι, έχεις κι ένα μαχαίρι"."Ο σερ Τσαρλς σας το είπε αυτό, έτσι δεν είναι;"
"Ο σερ Τσαρλς; Α! Ο Κάρλο, φυσικά! Ναι, αυτός μου το είπε. Ωραίο φαίνεται. Μπορώ να το δω;"
"Όχι βέβαια!" είπε ο μικρός. "Γιατί κρατάτε τη Λύρα εδώ;"
"Γιατί την αγαπώ", του απάντησε. "Είμαι η μητέρα της. Η Λύρα βρίσκεται σε τρομερό κίνδυνο και δε θ' αφήσω να της συμβεί κανένα κακό"."Κίνδυνο από τι;" ρώτησε ο Γουίλ."Ε, να…" είπε η γυναίκα ακουμπώντας καταγής το ποτήρι της και έσκυψε με τέτοιον τρόπο, ώστε τα μαλλιά της έπεσαν δεξιά κι αριστερά στο πρόσωπό της. Όταν ανασηκώθηκε, τα στερέωσε πίσω από τ' αφτιά της. Ο Γουίλ ένιωσε την ευωδιά από κάποιο άρωμα που φορούσε, ανάμεικτο με τη δροσερή μυρωδιά του σώματός της, κι ένιωσε να ζαλίζεται.Αν είδε ή όχι την αντίδρασή του η κυρία Κάλτερ δεν το έδειξε. Συνέχισε λέγοντας: "Κοίτα, Γουίλ, δεν ξέρω πώς έτυχε να γνωρίσεις την κόρη μου, δεν ξέρω τι γνωρίζεις ήδη γι' αυτήν και, ασφαλώς, δεν ξέρω αν μπορώ να σ' εμπιστευτώ. Βαρέθηκα όμως να είμαι αναγκασμένη να λέω ψέματα. Θα σου πω λοιπόν όλη την αλήθεια."Ανακάλυψα ότι η κόρη μου κινδυνεύει από τους ίδιους τους ανθρώπους μου, από κείνους στους οποίους ανήκα: από την ίδια την Εκκλησία. Σ’ το λέω ειλικρινά: πιστεύω πως θέλουν να τη σκοτώσουν. Όπως λοιπόν καταλαβαίνεις, βρέθηκα σ' ένα δίλημμα: ή να υπακούσω στην Εκκλησία ή να σώσω την κόρη μου. Και, σκέψου, ήμουν πιστή στην Εκκλησία όλα αυτά τα χρόνια. Φανατική όσο κανένας άλλος. Έδινα και τη ζωή μου για την Εκκλησία. Την υπηρετούσα με πάθος. Έχω όμως αυτή την κόρη…"Ομολογώ πως δεν τη φρόντισα καλά όταν ήταν μικρή. Την πήραν από μένα και την ανάθρεψαν ξένοι. Ίσως αυτό να τη δυσκόλευε να μ' εμπιστευτεί. Μα όταν άρχισε να μεγαλώνει, είδα τον κίνδυνο που διέτρεχε και τρεις φορές προσπάθησα να τη γλιτώσω απ' αυτόν. Αναγκάστηκα να αποστατήσω και να έρθω να κρυφτώ σ' αυτή την ερημιά. Νόμιζα πως ήμαστε ασφαλείς. Τώρα όμως, βλέποντας πόσο εύκολα μας βρήκες εσύ… ε, καταλαβαίνεις πόσο με ανησυχεί αυτό. Δε θ' αργήσει να έρθει ξοπίσω σου και η Εκκλησία. Κι αυτοί θέλουν να τη σκοτώσουν, Γουίλ. Δε θα την αφήσουν να ζήσει"."Μα γιατί; Γιατί τη μισούν τόσο πολύ;"
"Γι' αυτό που νομίζουν ότι πρόκειται να κάνει. Δεν ξέρω τι είναι. Μακάρι να ήξερα, γιατί τότε θα μπορούσα να την προστατέψω ακόμα καλύτερα. Αλλά το μόνο που ξέρω είναι πως τη μισούν και ότι είναι αδίστακτοι". Έσκυψε προς το μέρος του, μιλώντας γρήγορα, χαμηλόφωνα και εμπιστευτικά. "Γιατί σου τα λέω όλα αυτά;" συνέχισε. "Μπορώ να σ' εμπιστευτώ; Δεν μπορώ πια να ξεφύγω, πουθενά δεν μπορώ να πάω. Κι αν είσαι φίλος της Λύρας, θα μπορούσες να γίνεις και δικός μου. Και χρειάζομαι φίλους αυτή τη στιγμή, χρειάζομαι επειγόντως βοήθεια. Οι πάντες είναι πλέον εναντίον μου. Η Εκκλησία θα μ' εξοντώσει κι εμένα όπως και τη Λύρα, αν μας βρει. Είμαι μονάχη, Γουίλ, μόνη σε μια σπηλιά μαζί με την κόρη μου, και οι δυνάμεις όλων των κόσμων προσπαθούν να μας αφανίσουν. Κι ήρθες τώρα εσύ εδώ για να αποδείξεις πόσο εύκολο είναι να μας εντοπίσει κανείς. Τι πρόκειται να κάνεις, Γουίλ; Τι επιδιώκεις;"
"Γιατί την κρατάτε κοιμισμένη;" ρώτησε ο μικρός με πείσμα, αποφεύγοντας να απαντήσει στις ερωτήσεις της."Τι λες πως θα συνέβαινε αν την άφηνα να ξυπνήσει, ε; Θα το έσκαγε αμέσως. Και δε θα μπορούσε να επιβιώσει ούτε για πέντε μέρες"."Μα γιατί δεν της το εξηγείτε και να την αφήσετε να κάνει την επιλογή της;"
"Νομίζεις πως θα μ' άκουγε; Νομίζεις πως, ακόμα κι αν με άκουγε, θα με πίστευε; Δε μου έχει εμπιστοσύνη. Με μισεί, Γουίλ. Με περιφρονεί. Εγώ, πώς να σ' το πω… την αγαπώ τόσο πολύ, ώστε εγκατέλειψα τα πάντα, ό,τι είχα -σπουδαία καριέρα, ευτυχία, σημαντική κοινωνική θέση και πλούτη- τα πάντα, για να έρθω να μείνω σ' αυτή τη σπηλιά, πάνω στα βουνά, και να ζω με ξερό ψωμί και μπαγιάτικα φρούτα, γιατί μόνο έτσι μπορώ να κρατήσω ζωντανή την κόρη μου. Και αν, για να το καταφέρνω αυτό, χρειάζεται να την κρατάω κοιμισμένη, ε, ας γίνει κι έτσι. Μα πρέπει όμως να την κρατήσω ζωντανή. Το ίδιο δε θα 'κανε και για σένα η μητέρα σου;"
Ο Γουίλ ένιωσε να τον πνίγει ο θυμός επειδή η κυρία Κάλτερ τόλμησε να αναφέρει τη μητέρα του για να υποστηρίξει τα λεγόμενά της. Μαζί με το θυμό ήρθε να προστεθεί και να τον μπερδέψει συναισθηματικά η σκέψη πως η δική του μητέρα, στο κάτω κάτω, δεν τον είχε προστατέψει. Εκείνος έπρεπε να την προστατεύει. Η κυρία Κάλτερ να αγαπούσε τάχα τη Λύρα περισσότερο απ' ό,τι αγαπούσε εκείνον η Ελέιν Πάρι; Αυτό όμως ήταν άδικο, αφού η μητέρα του δεν ήταν καλά ψυχολογικά.Η κυρία Κάλτερ είτε δεν ένιωθε τον ψυχικό αναβρασμό που του προκάλεσαν τα λόγια της είτε ήταν διαβολικά έξυπνη. Τα όμορφα μάτια της κοίταζαν ήρεμα τον Γουίλ να κοκκινίζει και να ανακάθεται με δυσφορία και, για μια στιγμή, έδειξε να τον κοιτάζει άδολα, σαν την κόρη της."Τι θα κάνεις όμως;" τον ρώτησε."Ε, τώρα που είδα τη Λύρα", είπε ο Γουίλ, "και βεβαιώθηκα πως είναι ζωντανή, είναι ολοφάνερο αυτό, και ασφαλής, υποθέτω, ο σκοπός του ταξιδιού μου εκπληρώθηκε. Τώρα που έγινε κι αυτό, μπορώ να πάω πια να βοηθήσω το λόρδο 'Ασριελ, νομίζω πως αυτό πρέπει να κάνω".Τα λόγια του την παραξένεψαν λιγάκι, αλλά δεν το έδειξε."Δηλαδή, θες να πεις... κι εγώ που νόμιζα πως θα μπορούσες να μας βοηθήσεις", είπε η γυναίκα πάρα πολύ ήρεμα, όχι ικετευτικά αλλά ερωτηματικά, "με το μαχαίρι. Είδα τι έκανες στο σπίτι του σερ Τσαρλς. Θα μπορούσες ωραιότατα να το κάνεις και για μας, έτσι δεν είναι; Θα μπορούσες να μας βοηθήσεις να το σκάσουμε;"
"Θα φύγω τώρα", είπε ο Γουίλ καθώς σηκωνόταν. 
[...................................................................................................] 
"Λέει ψέματα", είπε στον Γιόρεκ Μπάρνισον τριάντα λεπτά αργότερα. "Φυσικά και λέει ψέματα. Θα το ’κανε ακόμα κι αν τα ψέματά της χειρότερευαν τα πράγματα γι' αυτήν, επειδή απλώς της αρέσει πολύ να λέει ψέματα και δεν μπορεί να τα σταματήσει"."Ποιο είναι το σχέδιό σου λοιπόν;" τον ρώτησε η αρκούδα, που λιαζόταν ξαπλωμένη μπρούμυτα πάνω σ' ένα κομμάτι πάγου, ανάμεσα στα βράχια.Ο Γουίλ περπατούσε συνέχεια πάνω-κάτω και αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να επαναλάβει το κόλπο που είχε βάλει σε εφαρμογή στο Χέντινγκτον: να χρησιμοποιήσει δηλαδή το μαχαίρι για να μπει σ' έναν άλλο κόσμο και να πάει σ' ένα σημείο δίπλα ακριβώς από εκεί όπου βρισκόταν η Λύρα, να ανοίξει ένα παράθυρο, να την τραβήξει σε σίγουρο μέρος και μετά να κλείσει το άνοιγμα. Αυτό έπρεπε να κάνει· γιατί δίσταζε;Ο Βαλθάμος ήξερε. Μέσα στην αγγελόσχημη μορφή του και πάλι, λαμπυρίζοντας σαν την αχλή μιας ζεστής καλοκαιριάτικης μέρας, είπε: "Ήταν ανοησία σου να πας εκεί. Το μόνο που θες τώρα είναι να την ξαναδείς". 
[...................................................................................................] 
Δεν υπήρχε αμφιβολία: ο Βαλθάμος είχε δίκιο. Η γυναίκα εκείνη τον είχε μαγέψει. Του ήταν ευχάριστο και δελεαστικό να σκέφτεται τα ωραία της μάτια και τη γλυκύτητα της φωνής της, να αναθυμάται πώς σήκωνε τα χέρια της για να τραβήξει πίσω τα μαλλιά της που λαμποκοπούσαν…Με μια έντονη προσπάθεια ξανάρθε στα συγκαλά του και άκουσε έναν ήχο εντελώς διαφορετικό: ένα μακρινό βόμβο.Γύρισε και προσπάθησε ν’ αφουγκραστεί από πού προερχόταν, εντόπισε τελικά την πηγή του στο βορρά, εκεί απ' όπου είχαν έρθει αυτός και ο Γιόρεκ."Ζέπελιν", είπε η αρκούδα ξαφνιάζοντας τον Γουίλ, γιατί δεν είχε αντιληφθεί το πελώριο πλάσμα να έρχεται κοντά του. Ο Γιόρεκ στάθηκε πλάι του κοιτάζοντας προς την ίδια κατεύθυνση, ύστερα όρθωσε το κορμί του, δυο φορές το μπόι του αγοριού, και κοίταξε έντονα."Πόσα;"
"Οκτώ", είπε ο Γιόρεκ ύστερα από ένα λεπτό και τότε τα είδε και ο Γουίλ: σαν μικρά σημαδάκια βαλμένα το ένα πλάι στο άλλο."Μπορείς να μου πεις πόσες ώρες θα κάνουν για να φτάσουν ως εδώ;" τον ρώτησε ο Γουίλ."Θα είναι εδώ με το μούχρωμα"."Ώστε δε θα έχει σκοτεινιάσει ακόμα. Κρίμα"."Ποιο είναι το σχέδιό σου;"
"Να κόψω με το μαχαίρι ένα παράθυρο, να περάσω τη Λύρα σε έναν άλλο κόσμο και να το ξανακλείσω προτού προλάβει η μητέρα της να μας ακολουθήσει. Αυτό το κορίτσι, η 'Αμα, έχει ένα φάρμακο που μπορεί να κάνει τη Λύρα να ξυπνήσει, μα δεν μπορούσε να μου εξηγήσει λεπτομερώς πώς το χρησιμοποιούν, έτσι θα χρειαστεί να έρθει κι αυτή μαζί μας στη σπηλιά, αν και δε θέλω να τη βάλω σε κίνδυνο. Κι ενώ θα γίνονται όλα αυτά, εσύ μπορείς να αποσπάσεις την προσοχή της κυρίας Κάλτερ". 
[...................................................................................................] 
Μέσα στη διπλή φρακτή του πρώτου ζέπελιν, που έτριζε και βούιζε μονότονα, εκκολάπτονταν οι λιβελούλες. Η λαίδη Σαλμακία έσκυβε πάνω από το μπλε ελεκτρίκ κουκούλι που άνοιγε ήδη, καθαρίζοντας τα υγρά μεμβρανώδη φτερά και φροντίζοντας ώστε το πρόσωπό της να είναι το πρώτο πράγμα που θα αποτυπωνόταν σε κείνα τα πολύεδρα μάτια, ισιώνοντας τα λεπτά τεντωμένα νεύρα, ψιθυρίζοντας το όνομά της στο λαμπερό πλάσμα, μαθαίνοντάς του ποιο ήταν.Μέσα σε λίγα λεπτά το ίδιο θα έκανε και στο δικό του κουκούλι ο ιππότης Τιαλίς. Εκείνη τη στιγμή όμως έστελνε ένα μήνυμα με το μαγνητικό συνηχητή του και η προσοχή του ήταν στραμμένη στην κίνηση του μοχλού και των δαχτύλων του.Να τι μετέδιδε:"Προς το λόρδο Ρόουκ:"Απέχουμε τρεις ώρες ακόμα για να φτάσουμε, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας, στην κοιλάδα. Το Συνοδικό Πειθαρχικό Συμβούλιο προτίθεται να στείλει έναν ουλαμό στη σπηλιά μόλις προσεδαφιστούν."Ο ουλαμός θα χωριστεί σε δυο μονάδες. Η πρώτη θα ανοίξει δρόμο για να μπει στη σπηλιά και να σκοτώσει τη μικρή - φεύγοντας θα πάρει και το κεφάλι της μαζί, για να αποδείξει το θάνατό της. Αν τα καταφέρει, θα αιχμαλωτίσει και τη γυναίκα, αν δεν τα καταφέρει, θα προσπαθήσει να τη σκοτώσει. Η δεύτερη μονάδα θα συλλάβει ζωντανό το αγόρι. Η υπόλοιπη δύναμη θα συμπλακεί με τα γυρόπτερα του βασιλιά Ογκούνβουε. Εκτιμάται ότι τα γυρόπτερα θα φτάσουν λίγο μετά τα ζέπελιν. Σύμφωνα με τις διαταγές σας, η λαίδη Σαλμακία κι εγώ θα εγκαταλείψουμε αμέσως το ζέπελιν και θα πετάξουμε κατευθείαν στη σπηλιά, όπου θα προσπαθήσουμε να προστατέψουμε τη μικρή από την πρώτη μονάδα, κρατώντας τη σε απόσταση μέχρι να φτάσουν ενισχύσεις."Αναμένουμε απάντησή σας".Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως."Προς τον ιππότη Τιαλίς:"Σε απάντηση της αναφοράς σας, είμαι υποχρεωμένος να σας ενημερώσω πως επήλθε μία αλλαγή στο πρωταρχικό μας σχέδιο."Για να εμποδίσουμε τον εχθρό να σκοτώσει το κοριτσάκι, πράγμα που θα ήταν η χειρότερη πιθανή έκβαση, εσείς και η λαίδη Σαλμακία πρέπει να συνεργαστείτε με το αγόρι. Όσο θα έχει στην κατοχή του το μαχαίρι, θα έχει και την πρωτοβουλία των κινήσεων. Έτσι, αν με το μαχαίρι ανοίξει παράθυρο σ' έναν άλλο κόσμο και πάρει σ' αυτόν την κοπελίτσα, να τον αφήσετε να το κάνει και να περάσετε κι εσείς εκεί. Να βρίσκεστε στο πλευρό του συνέχεια".Και η απάντηση του ιππότη Τιαλίς:"Προς το λόρδο Ρόουκ:"Λάβαμε και εμπεδώσαμε το μήνυμά σας. Η λαίδη κι εγώ θα φύγουμε αμέσως".Ο λιλιπούτειος κατάσκοπος έκλεισε το μαγνητικό συνηχητή και μάζεψε τα σύνεργά του."Τιαλίς", ακούστηκε ένας ψίθυρος από τα σκοτεινά, "το κουκούλι άρχισε να σκίζεται. Πρέπει να έρθεις αμέσως".

page top designed and developed by